Βίοι παράλληλοι

 

Βίοι παράλληλοι
 
 
 
     Η έλευση της Νέας Γενετικής (new Genetics) σηματοδοτεί μια καινούργια εποχή όπου η γενετική σύνθεση των οργανισμών δε θα προκύπτει από την ένωση και τον ανασυνδυασμό του γενετικού υλικού των προγόνων, αλλά από τη μονομερή επέμβαση του επιστήμονα στη θαυμαστή «θεία ύλη» στο DNA. Έτσι θα φτιάχνονται νέα είδη που δεν υπήρχαν πριν δώσε μου το χέρι σου, είπε συνέχισε. Τα είδη αυτάμπορούν να προγραμματισθούν έτσι ώστε να λύσουν σοβαρά προβλήματα, τόσο στον τομέα των ασθενειών θέλεις καφέ; όχι τώρα, όσο και στον τομέα του επισιτισμού με κύρια κάλυψη σε πρώτη γραμμή τον τρίτο κόσμο.
 
     Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα με το νωχελικό βάδισμά της, τη ρόμπα ανοιχτή στο στήθος της, τα μαλλιά της τιναγμένα στο πλάι με μια κίνηση τόσο παιδική, γεμάτη αυταρέσκεια ξέρεις όμως  φώναξε χτυπώντας τον καφέ, πως είσαι τόσο σίγουρος για τη σοφία των σοφών σου ή ακόμα και για την ισορροπημένη τους προσωπικότητα, για το νέο τους παιχνίδι, ένα παιχνίδι που από τον τρόπο που το περιγράφεις δείχνεις να είσαι και συ συνεπαρμένος; μπήκε στο δωμάτιο με το φλιτζάνι στο χέρι και κόλλησε πλάι μου στον καναπέ. Κατ΄αρχήν δεν είμαι καθόλου συνεπαρμένος αν θέλεις να ξέρεις, ανησυχώ το ίδιο με σένα. Απλά το ζήτημα είναι αν η κοινωνική δομή και οργάνωση είναι τέτοια που να επιτρέπει την ελευθερία επιλογής και εκτέλεσης πειραματισμών με απόλυτη διαφάνεια και έλεγχο από τους άλλους, τους πολλούς, τόσο για την κατεύθυνση της επέμβασης στη φύση, όσο και για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων. Η επιστημονική πρωτοπορία πρέπει και μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα μονοδιάστατης ανέραστης «ευτυχίας» με διέκοψε.
Λάθος, τη δυνατότητα πολλαπλών εναλλακτικών λύσεων ώστε οι ίδιοι να επιλέγουν αυτή που τους ταιριάζει, έτσι όπως τη «βρίσκουν» κατάλαβες; Με κοίταξε στα μάτια. συνέχισε είπε ή μάλλον καλύτερα να σταματήσουμε, θέλω να μου τραγουδήσεις και να με χαϊδέψεις λίγο. Πρώτα να τελειώσω αυτό που θέλω να πω. Εδώ δηλαδή μιλάμε ταυτόχρονα και για την ελευθερία του επιστήμονα υπάρχει όμως και η δική μου ελευθερία φώναξε και πετάχτηκε επάνω. Φυσικά και η δική σου, όπως και η ελευθερία του κοινωνικού συνόλου να γνωρίζει αυτά που μέσω της συσσωρευμένης κοινωνικής γνώσης ο επιστήμονας δημιουργεί. Να συντίθενται οι δύο, οι τρεις, οι πολλές αυτές ελευθερίες σε μια νέα καθολική ελευθερία που να στέκεται πάνω από την ΑΝΑΓΚΗ . Με κοίταξε με θυμό για τη δική μου ανάγκη να σ’αγαπώ ποιος θα μιλήσει; για τη δική σου ελευθερία ν΄απαλλαγείς από όλα αυτά δε σε καταλαβαίνω τη διέκοψα. Φαντάζεσαι πως αγάπη είναι αυτή που εκδηλώνεται μόνο με λόγια αγάπης και ερωτικά τραγουδάκια; τι είναι δηλαδή; κάνε μας μια κοινωνιολογική ανάλυση με οικονομικά στοιχεία και συνιστώσες για την πολιτική διάσταση της αγάπης και την ιστορική διαδρομή του έρωτα ως τρόπος προσέγγισης της ανθρώπων… άντε πνίξου τσίριξε και σηκώθηκε .
          Το σούρουπο είχε πέσει για τα καλά και ο άντρας με το δέρμα στην πλάτη –τρόπαιο ενός αλλοτινού κυνηγετικού κατορθώματος- πάσχιζε να σύρει το χτυπημένο νεαρό βίσονα, πιθαμή-πιθαμή ίσαμε τη σπηλιά του. Η προσοχή του συνεχώς στραμμένη στις γλίνες των ματιών των σαρκοφάγων, που πίσω από τους θάμνους και τα δέντρα διεκδικούσαν τη λεία για τον εαυτό τους. Πεινάω τούλεγε τρεις μέρες πριν οι ρίζες τέλειωσαν, το χιόνι σκέπασε τα πάντα. Αν καταφέρω και περάσω απ΄το σημείο αυτό του δάσους τα αγρίμια δε θα με ακολουθήσουν άλλο. Στο ξέφωτο θ’ ανάψω φωτιά αν μ’ αγαπάς θα μου φέρεις και όστρακα για να στολιστώ…
 
          Είχα γείρει κατάκοπος στην άκρη απ΄το ξέφωτο όταν ένα σφύριγμα ακούστηκε στον αγέρα και μια πελώρια τίγρη με δόντια σαν μαχαίρια έπεσε πάνω στο σκοτωμένο βίσονα. Η πείνα πλανιόταν πάνω μας η αγάπη μου κινδύνευε, η ζωή μας , η αγαπημένη μου περίμενε το κολιέ, το δέρμα, τον βίσονα, εμένα, όλα μαζί.
 
         Ταλαιπωρημένος από τρεις μέρες ταξίδι, τι ταξίδι, τραυματισμένος, χωρίς το κολιέ, μόνο το βίσονα, ανηφόρισα τη βραχοσπηλιά όπου με περίμενε δίχως μιλιά και σχεδόν χωρίς ανάσα δίπλα στη φωτιά που τελείωνε κι αυτή μαζί της.
Ήλθες, ψέλλισε αχνά, σε περίμενα, προσευχόμουν στους προγόνους μας να γυρίσεις. Δείξε μου πως μ’αγαπάς και συ τη σήκωσα στους ώμους και της έδειξα το κουφάρι του βίσονα που κείτονταν στο έμπα της σπηλιάς.
        Με τις πρώτες μπουκιές τα μάτια της άνοιξαν σ’ευχαριστώ …κρυώνω τώρα πιο πολύ, θα ζήσω φαίνεται. Την έσφιξα πάνω μου σαν κάτι εύθραυστο, σαν ένα πουλάκι μισοτελειωμένο. Η φωτιά σε λίγο φούντωσε για τα καλά, η σπηλιά φώτισε, οι ζωγραφιές απ’ το κυνήγι που εξευμένιζαν τους θεούς των ανθρώπων και των ζώων ζωήρεψαν. Δε μ’αγαπάς είπε. δε μούφερες τα όστρακα που σου ζήτησα ξαφνιάστηκα. Το κοπάδι με τους βίσονες, το τρέξιμο ώρες ολόκληρες, το κουβάλημα, το σκοτάδι, τα ουρλιαχτά των αγριμιών, το ματοκύλισμα με την τίγρη δε μ’ αγαπάς  είπε ξανά και ξέσπασε σ’ένα βουβό κλάμα.
 
 
 
 
        Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο δρόμο να περπατώ και να φέρνω στο νου μου τη νέα γενετική, τη βιοτεχνολογία, τα δάκρυά της, άντε πνίξου…..είσαι συνεπαρμένος, τη νέα καθολική ελευθερία που να στέκεται πάνω απ΄την ανάγκη υπάρχει όμως και η δική μου ελευθερία…
 
          Στο οδοιπορικό μου χωρίς σκοπό βάδιζε πλάι μου κατατσακισμένος μες στα αίματα, σέρνοντας τα βήματά του με κόπο ο τρυφερός μου πρόγονος, ο μακρινός μου, ο κοντινός μου
Homo με το ίδιο ακατάληπτο βλέμμα απ΄τον τρόπο της αγαπημένης του. Την ίδια απορία απ΄το βουβό κλάμα της δείξε μου πως μ’αγαπάς και συ…δε μούφερες τα όστρακα που σου ζήτησα…
 
          Αγκάλιασα τον πιθηκοειδή πρόγονό μου, το αίμα του κύλησε πάνω μου, το αίμα του, το αίμα μου, ο δικός του βίσονας, η δική μου γενετική, το αγρίμι, η βιοτεχνολογία, τα όστρακα, η κοινωνική πρωτοπορία και η τρυφερή λεία σάρκα της αγαπημένης μέσα απ΄τη ρόμπα, κάτω απ’ την προβιά.