1. Το μελανοδοχείο
Αξιώνεται οξυγόνο όστις επιλέγει το βυθό
(ήγουν την ασφυξία του βυθού ή απλά το μελιτζανί το χρώμα)
Το ίδιο, σαν τη μελάνη που την αναζητάς στα
χαίνοντα τραύματά σου
Μην βιαστείς να ράψεις το τραύμα. Μην βιαστείς να γιάνεις την πληγή
Μην κ λ ε ί σ ε ι ς το μελανοδοχείο...
Το γλωσσικό μας μετάλλευμα το γομώνουμε με το δάκρυ μας
Για να το βρούμε πρέπει να σκάψουμε εκατοντάδες μέτρα στο κάτεργο του υποσυνείδητου
Να λιώσουμε τόνους λέξεων για ένα γραμμάριο στίχων
Από το ορυχείο της θλίψης να ανασύρουμε στο φως
καταχωνιασμένες ορυκτές σημασίες όπως
αναγόμωση της Ζωής
τρόχισμα καρδιάς
γαλβάνισμα αθωότητας
Κι ακόμη να τολμούμε να τσιμπάμε τα γράμματα από τη χόβολη δίχως μασιά
μόνο με την πυρίμαχη γλώσσα μας
Μέχρι οι πυρακτωμένες λέξεις αποκτήσουν το φωτοστέφανο ενός νοήματος ή μιας λυτρωτικής εικόνας
Τότε ο χοροδιδάσκαλος των λέξεων μπορεί να γείρει πίσω
με κλειστά τα μάτια
Ο ποιητής είναι ένας πολιτισμένος πρωτόγονος που αρνείται ότι η επιστήμη και οι φυσικοί νόμοι μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα πάντα. Έτσι μένει μόνο ο πρωτογονισμός με όλη την αυθεντικότητα που δεν του στέρησε ο "πολιτισμός"
Και βεβαίως η επινόηση νέων γλωσσών επικοινωνίας
-Όπου να λέω φύλλο και εσύ να καταλαβαίνεις "είμαι εδώ "και να λες βρέχει και εγώ να ακούω "σ' αγαπώ"
Τα ποιήματά μας συνθήματα στον τοίχο του ασυνείδητου
Όταν γράφεις ένα ποίημα δεν κάνεις τίποτε περισσότερο από το να βουτάς στη μελάνη του κόκκινου για να υπογράψεις τη διαταγή του εγκλεισμού σου στο ανοίκειο
Και κει στην πλημμυρίδα των
ελπίδων λίγο πριν τη άμπωτη των ισθμών
μόνο η άνωση των λέξεων μ' έσωσε από βέβαιο
πνιγμό
Με σιωπές, υπονοούμενα και αλφάβητο αποσιωπητικών οι συνεννοήσεις μας κραυγάζουν το ΑΡΡΗΤΟ
Σαν τη λαλιά των μουγγών όταν φλέγεται το σπίτι τους με τα παιδιά και το σκυλί εντός του
Όταν στέλνεις μία σιωπή κι ο άλλος δεν
σωπαίνει αλλά στέλνει μία παύση τότε
συντελείται ο πλέον πλήρης διάλογος με
μη – λέξεις με μη- ήχους
Σαν τα δίδυμα έμβρυα που
σιωπηλά συμφωνούν ποιο θα
βγει πρώτο στο φως!
Οι σιωπές μου το μόνο
που αποδίδουν, είπε,
είναι η έλλειψή σου
Δεν είναι σιωπή αφωνίας
είναι κραυγή που της
κόψαν τις φωνητικές χορδές!
Αν βάλεις την άκρη της γλώσσας σου στη
λέξη μου θα
νιώσεις το τράβηγμα από τη δίνη που
ρουφάει το πέλαγος
Θα γευτείς το γράμμα που λείπει
που έδινε την αλμύρα
στη θάλασσα
στον κόλπο σου
Οι γυμνές λέξεις που δεν
σμίλεψα στο σώμα σου
μου ζητούν το λόγο
Σε ποιο λεξικό τυφλών να
ανατρέξω τώρα για να
ψηλαφήσω το κενό τους...
Το επόμενο πρωί
εγκιβώτιζα σε στίχους την
υγρασία της νύχτας
για τα σύννεφα και τους
μουσώνες του κάθε
-από δω και μπρος-
άνυδρου καλοκαιριού
Κορμιά πετροχτισμένα τόξα εκστατικής καμπύλωσης γέφυρες στο
έμπα της υγρής ζωής
Μεικτή τεχνική
Οι λέξεις που δεν ολοκληρώνονται μόνο με γράμματα
ο λόγος που δεν συντίθεται μόνο από ήχο
η ατέλειωτη λεξούλα στο χαρτί με το κάπα να αιωρείται
η απότομα κομμένη ανάσα του άλφα ή του ωμέγα
Είναι που διεκδικεί μερίδιο στη σύνθεση ένα φιλί ή
μια αγκαλιά
Η μεικτή τεχνική
Η τελεία πριν τη λέξη ή τη φράση παρακινεί σε παύση πριν την έναρξη Ίσως και σε μικρή ανάσα ή προσευχή
Τώρα στην κουπαστή κρατώ στα χέρια μου πάνινο φυλαχτό
Σε γυάλινη σφαίρα βλέπω
- Βλέπω τις φρυκτωρίες των άστρων να κρατούν ως άλλες Εστιάδες το μυστικό νόημα του κόσμου
- Βλέπω τους ερωτοπλοείς να φθάνουν στις αλυκές της θύμησης
- Βλέπω την οξείδωση στους νεροσυρμούς των βράχων την ώρα του χαλκού
- Βλέπω πάμφωτα όνειρα να ξετρομάζουν τον ύπνο των παιδιών
- Βλέπω τις χειροποίητες λύπες να νυχτωδούν αλυχτώντας
