3. Το κόκκινο έγινε ΦΩΣ

Είχα χαθεί μέσα στην επανάσταση δίχως να
γνωρίζω αν έψαχνα για δικαιοσύνη ή για
εκείνη
Ώσπου διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και
το κόκκινο έγινε
ΦΩΣ!

 

 

 


 

 

 

 

Και μην ξεχάσεις ν' αφήσεις πάνω στο μνήμα μου ένα
σταματημένο ρολόι για τα χρόνια που δεν ζήσαμε
μήπως και καταφέρω στα χρόνια της αιωνιότητας
(με λίγο λάδι απ' τα λιόδεντρα της μνήμης) να
το κάνω να δουλέψει

 

 

 

 

 

 

Να δίνομαι, να παίρνομαι, να λιώνω. Κι αν χαθώ;
-Θα δίνομαι, θα παίρνομαι, θα λιώνω, κι ας χαθώ!

 

 

 

 


 

 

 

 

Καταλαβαίνω ότι είμαι ζωντανός από το ότι
περνάει ο χρόνος
ή
από την κίνηση του εκκρεμούς στο
μεγάλο ρολόι του σαλονιού
ή
απ' το σπάσιμο που κάνει η μέση σου όταν
λικνίζεσαι ζωή

 

 

 

 

 

 

 

 

Κόβαμε το αζιμούθιο στο σώμα σου πυξίδα για τον ορθό δρόμο

 

 

 


 

 

 

 

Κι όταν χρειάστηκε να συμπληρώσει το έντυπο στο γραφείο ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΩΝ (προσώπων, αντικειμένων και άλλων - γενικώς χαμένων) έγραψε απλά: ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

 

 

 

 

 

 

 

 

Μου έλειπε σαν τη θαμπή ανάμνηση μιας μελλοντικής ζωής...

 

 

 


 

 

 

 

Η λέξη βροχή δεν μουσκεύει
Η λέξη φωτιά δεν καίει
Η λέξη ασπασμός δεν υγραίνει γλώσσα
Η θωπεία του επιστολόχαρτου που γράφει σ' αγαπώ δεν είναι σώμα
Η ασύρματη επικοινωνία δεν έχει γεύση κόλπου ή φαλλού

Στον έρωτα δεν χωράνε υποκατάστατα
ως και η απεξάρτηση αποκηρύσσεται

Μόνη διαφυγή η τρέλα με κολλημένα χείλη σαν
χειροπέδες

 

 

 

 

 

 

 

 

Έρως δεν είναι τίποτε άλλο παρά το τίμημα μιας επικηρυγμένης αθανασίας

 

 

 


 

 

 

 

Της μιλούσα πίσω από το τζάμι του επισκεπτηρίου δίχως
δικαίωμα να την αγγίξω κλαίγοντας από το τηλέφωνο
Και να σκεφτείς πως ήμασταν κι οι δυο μας έξω, εν μέσω άλαλου
πλήθους, στη δική μας
φυλακή!

 

 

 

 

 

 

 

 

Μιλάμε στην επιτροπή για το σωφρονιστικό σύστημα
δηλώνω παραβάτης του
ΕΡΩΤΑ
αναμένω την ετυμηγορία των ενόρκων

«Καταδικάζεσαι σε ισόβιο εγκλεισμό»

 

 

 


 

 

 

 

Αν ο άνθρωπος ολοκληρώνεται όταν γίνεται μέρος
του συνόλου

Τότε κι ο ερωτευμένος υψώνεται όταν
αυτοακυρωθεί
Με το να κατέβει και μπει στο χώμα
Λίπασμα στο δέντρο της αγάπης

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν σου ψιθυρίζω ότι πεθαίνω για σένα είναι γιατί δεν θέλω να είμαι πια
νεκρός

 

 

 


 

 

 

 

Όποιος προσέρχεται με πανοπλία στον έρωτα δεν τον πιάνουν τα βέλη

Ερωτευμένος θα πει λαβωμένος
Αγάπη θα πει τσαλάκωμα
ούτε σκόνη ΕΓΩ πάνω στα παπούτσια

 

 

 

 

 

 

 

 

Ζητείται ελαττωματικός σιγαστήρας για το ασίγαστο πάθος μου Επειγόντως

 

 

 


 

 

 

 

Ψηλαφούσα το πρόσωπό σου για να
διαβάσω την καρδιά σου
όπως β λ έ π ε ι ο τυφλός με
τα δάχτυλά του
όπως α ν α ζ η τ ά ο γλύπτης στο
ακατέργαστο μάρμαρο το
άλογο που κρύβει εντός του

 

 

 


 

 

 

 

Σαν την αγκαλιά του μονόχειρα που
κυκλώνει την πλάτη της με τα
πέντε δάχτυλα ίδια
τα μάτια του
Θεού

 

 

 


 

 

 

 

Σε χάιδεψα για όλα τα χρόνια που θά 'ρθουν
Με φίλησες για όλες τις μέρες πριν συναντηθούμε
Σε ανάστησα πριν γεννηθείς

Έφυγες παίρνοντας μαζί σου το χρόνο

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποιος θα διορθώσει τις ανορθογραφίες του χρόνου για τους χειμώνες που δεν ΉΣΟΥΝ

 

 

 


 

 

 

 

Στο τέλος εκείνος μπήκε σ' ένα σύννεφο και κείνη τράβηξε γι' αλλού
Μόνο που κάθε φορά που έβρεχε, εκείνη άνοιγε την ομπρέλα

 

 

 


 

 

 

 

Και μου 'λεγε: Το σώμα μου αφού το υπογραμμίσεις με όλες τις νυχιές του κόσμου, πρέπει να το αποστηθίσεις για τους Χειμώνες που θα ταξιδεύεις

 

 

 

 

 

 

 

 

Εσύ που γεννήθηκες από τη δική μου μήτρα γνώριζε ότι ο γιος σου είμαι εγώ!