Άρθρα

Το «νέο σχολείο» είναι ένα φθηνό σχολείο.

www.etad.gr , 30/04/2010

Το «νέο σχολείο» είναι ένα φθηνό σχολείο.
Ο Τάσος Κουράκης* με επιστολή του στο etad.gr δίνει το δικό του στίγμα για το "Νέο Σχολείο"  τη Φυσική Αγωγή

"Κοντά στη μονίμως υποβαθμισμένη πολιτισμική εκπαίδευση, βρίσκεται σταθερά παραμελημένη και η φυσική αγωγή εντός της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Εντάσσεται μεν στα σχολικά προγράμματα, αλλά στην πράξη παραμένει αγνοημένη παρά τον καίριο ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει τόσο για την ολοκληρωμένη ψυχική ανάπτυξη των νέων, όσο και για την μακροπρόθεσμη διασφάλιση της υγείας τους, ειδικά προς καταπολέμηση της μάστιγας της παιδικής παχυσαρκίας."
Στο νέο νομοσχέδιο για την παιδεία, το ελκυστικό σύνθημα «πρώτα ο μαθητής» έρχεται να αποκρύψει μία θλιβερή πραγματικότητα: την υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και του ίδιου του εκπαιδευτικού. Η κ. Διαμαντοπούλου στην πράξη, πίσω από τα μεγάλα λόγια των εκσυγχρονιστικών και καινοτόμων υποσχέσεων «ψηφιακής απόχρωσης», δρομολογεί ένα «φτηνό» εκπαιδευτικό σύστημα χαμηλού προϋπολογισμού, με τριαντάρια τμήματα ανά τάξη και σχολεία υπό διαρκή «αυτοαξιολόγηση» που οδηγεί στην ενοχοποίηση, στην κατηγοριοποιήση, και εμμέσως στην προτροπή για αναζήτηση χορηγών και πόρων εκεί ακριβώς όπου η πολιτεία αποποιείται των ευθυνών της .
Η πολύκροτη «αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού» ουσιαστικά συνίσταται στη νομιμοποίηση μίας ατέρμονης οδύσσειας για την κατάκτηση μίας θέσης στο σχολείο. Σε κατάφορη υπονόμευση της αξίας του πανεπιστημιακού πτυχίου, μέσω του εξεταστικοκεντρικού συστήματος ενός «ανοικτού ΑΣΕΠ» που δεν προβλέπει πια συγκεκριμένο αριθμό θέσεων διορισμού, υπό την προϋπόθεση του πολυπόθητου «πιστοποιητικού παιδαγωγικής κατάρτισης», οι εκπαιδευτικοί για άλλη μια φορά εμπαίζονται από την πολιτεία. Το νέο νομοσχέδιο καθιστά φανερή την απεμπόληση ακόμη και της πιο στοιχειώδους συνέχειας της εκπαιδευτικής πολιτικής, τη στιγμή που αγνοούνται προκλητικά 36000 εκπαιδευτικοί που βρίσκονται ήδη στις λίστες προϋπηρεσίας. Άνθρωποι, που εδώ και αρκετά χρόνια υποχρεώθηκαν σε διαρκή εργασιακή περιπλάνηση, υπό δυσβάστακτους εργασιακούς όρους, κάλυψαν τότε τις άμεσες ανάγκες του υπουργείου, για να καταλήξουν τελικά να γίνουν οι παρείσακτοι των επιταγών του Συμφώνου Σταθερότητας.
Αλλά και μετά την πλήρωση των ζητούμενων «προϋποθέσεων» (πτυχίο, πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας, ΑΣΕΠ, προϋπηρεσία) οι εκπαιδευτικοί συνεχίζουν να αμφισβητούνται ως προς την επαγγελματική τους επάρκεια. Με το θεσμό του «δόκιμου εκπαιδευτικού» και την επιβολή ενός «μέντορα –επιτηρητή», ελέγχονται εκ νέου από το ένα Κράτος, το οποίο υποσκάπτει το δικαίωμα στη μόνιμη εργασία, βλέποντας τους λειτουργούς της εκπαίδευσης ως ένα ευάλωτο και ιδεολογικά υποταγμένο εργατικό δυναμικό. Πώς όμως – και με πόσο θράσος –να ελέγξει κανείς έναν δάσκαλο και έναν καθηγητή για όσα προσφέρει στους μαθητές του, όταν το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, σταθερά υπεράνω πάσης «αξιολόγησης», το μόνο που «εξασφαλίζει» σε παιδιά και εκπαιδευτικούς είναι λειψές υλικοτεχνικές υποδομές, υπερφορτωμένα αναλυτικά προγράμματα και ποικίλες άλλες ανεπάρκειες, προς οικονομική αιμορραγία των γονιών και δόξα των φροντιστηρίων.
Με ξεκάθαρες τις προθέσεις της Υπουργού για περικοπές των δαπανών και διακωμώδηση των ίδιων των εκπαιδευτικών, το νομοσχέδιο δεν αφήνει κανένα περιθώριο για «πολυτέλειες», ακόμα κι αν αυτές αφορούν το μέλλον των παιδιών μας. Κοντά στη μονίμως υποβαθμισμένη πολιτισμική εκπαίδευση, βρίσκεται σταθερά παραμελημένη και η φυσική αγωγή εντός της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Εντάσσεται μεν στα σχολικά προγράμματα, αλλά στην πράξη παραμένει αγνοημένη παρά τον καίριο ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει τόσο για την ολοκληρωμένη ψυχική ανάπτυξη των νέων, όσο και για την μακροπρόθεσμη διασφάλιση της υγείας τους, ειδικά προς καταπολέμηση της μάστιγας της παιδικής παχυσαρκίας.
Απέναντι σε αυτές τις αποκαρδιωτικές διαπιστώσεις, η αριστερά μιλώντας για φυσική αγωγή δεν την εννοεί απλώς ως μία «ώρα στο αναλυτικό πρόγραμμα». Διεκδικεί τη δυναμική ένταξή της στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με κάλυψη των κενών θέσεων σε καθηγητές φυσικής αγωγής και τη ρητή απαγόρευση λειτουργίας νέων σχολικών μονάδων χωρίς αθλητικές εγκαταστάσεις, με θεσμοθέτηση εναλλακτικών μορφών άσκησης σε συνδυασμό με τα προγράμματα περιβαλλοντικής παιδείας. Γιατί, τη στιγμή που 100 χιλιάδες ευρώ ξοδεύονται για επικοινωνιακές φιέστες του τύπου «Αριστεία και καινοτομία στην Εκπαίδευση» και ενώ ο αντίστοιχος διαγωνισμός μοιράζει σε ιδιώτες 1 δις 400 χιλιάδες ευρώ, υπάρχει και πρέπει να υπάρξει χώρος για τον αθλητισμό στην παιδεία: για χάρη της καλλιέργειας ενός υγιούς αθλητικού πνεύματος, μακριά από την εμπορευματοποίηση, το κυνήγι των μεταλλίων και τον χορό των ποικίλων συμφερόντων, στο όνομα της υγείας, της ψυχικής αρτιότητας και του μέλλοντος των νέων ανθρώπων.

*Τάσος Κουράκης
Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ
Α΄Θεσσαλονίκης.
Επιστροφή στην ενότητα Άρθρα