Ένα τσιγάρο διαφορετικό από τα άλλα
Ένα τσιγάρο διαφορετικό από τα άλλα
Όσο καιρό εξακολουθούν κάποιοι σ’ αυτή την κοινωνία, να διαχωρίζουν τους ανθρώπους με βάση την καταγωγή τους στους «δικούς» μας και στους «άλλους», στους «εντός» και στους «ξένους», ιστορία σαν την παρακάτω, με ήρωα έναν Ιταλό αξιωματικό, τον Εμίλιο Λούσσου*, μπορεί να μην είναι χωρίς νόημα.
Βρισκόμαστε στα 1916, όπου στα χαρακώματα οι Ιταλοί μάχονται τους Αυστριακούς. Ένας Ιταλός αξιωματικός ο Εμίλιο Λούσσου αποφασίζει μια φωτεινή νύχτα, μαζί με έναν υποδεκανέα, να βγει έξω από το χαράκωμά του και να προσπαθήσει να εντοπίσει ένα εχθρικό πυροβόλο, το οποίο επί μέρες ταλαιπωρούσε τις γραμμές τους. Έτσι έρποντας, μετά από μερικά μέτρα, φθάνει σε ένα σημείο από το οποίο μπορούσε καν να φαντασθεί. Οι απέναντι, οι «Άλλοι», οι εχθροί, οι Αυστριακοί, φάνταζαν σαν περιπατητές σε πεζοδρόμιο κάποιας πόλης. Ήταν στρατιώτες σαν και κείνους, με στολές όπως και αυτοί που εκείνη τη στιγμή κινούνταν, έπιναν τον καφέ τους, όπως ακριβώς και οι δικοί τους λίγα μέτρα πίσω τους. Το θέαμα ήταν απρόσμενο γιατί ήταν παράξενα και απρόβλεπτα οικείο.
Σε λίγο καταφθάνει στο εχθρικό στρατόπεδο ένας αξιωματικός. Αμέσως οι Αυστριακοί στρατιώτες σωπαίνουν και απομακρύνονται. Ο Λούσσου πιάνει το όπλο του υποδεκανέα που τον συνόδευε και αποφασίζει να πυροβολήσει τον Αυστριακό αξιωματικό. Θεωρεί ότι είναι μεγάλη ευκαιρία να μην αφήσει να του ξεφύγει το θήραμα. Και στο σημείο εκείνο γίνεται η μεγάλη ανατροπή. Ο Αυστριακός αξιωματικός ανάβει τσιγάρο. Το τσιγάρο αλλάζει αστραπιαία τη διάθεση του Λούσσου. Ο καπνός του δημιουργεί την επιθυμία να καπνίσει και ο ίδιος. Μια παράξενη οικειότητα τον συνεπαίρνει. Η ανεπαίσθητη κίνηση του ανάμματος του τσιγάρου και τα ορατά χαρακτηριστικά του προσώπου του Άλλου, αφαιρούν από πάνω του δύο ιδιότητες, του εχθρού και του αξιωματικού. Χωρίς να το καταλάβει συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν άνθρωπο. Ο Λούσσου δηλαδή πλήττεται από τον κεραυνό του καταφανούς. Υπό την επίδραση της αναγνώρισης, ο Λούσσου μπαίνει στη θέση του αγνώστου που βρίσκεται στο έλεός του. Τον πλημμυρίζει όχι μόνον ο οίκτος, αλλά και απέχθεια στη σκέψη ότι ο όμοιός του θα υποφέρει. Έτσι από ΕΝΑΝ μεταβάλλεται τώρα σε ΔΥΟ. Ο σκοπευτής υποφέρει για το στόχο του. Ο κυνηγός πονάει για το θύμα του. Αυτή η μεταλλαγή του εχθρού από νούμερο σε Πρόσωπο, μεταμορφώνει σε επίπεδο συνείδησης, τον Λούσσου, ο οποίος αισθάνεται ότι έχει μετατραπεί από στρατιώτης σε δυνητικός δολοφόνος. Αυτό είναι που του προκαλεί αποτροπιασμό και φυγή.
Ανίκανος να ξαναβρεί τον προηγούμενο εαυτό του, ο Λούσσου τείνει το όπλο στον υποδεκανέα για να πραγματοποιήσει ότι αδυνατούσε να κάνει ο ίδιος. Και τελείως αναμενόμενα, ο υποδεκανέας βιώνοντας τις ίδιες ψυχοκοινωνικές λειτουργίες, θύμα και ο ίδιος της ίδιας αποκαθήλωσης, αρνείται την προσφορά. Τελικώς επανέρχονται στα χαρακώματά τους άπρακτοι.
Η διαδικασία ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ των ανθρώπων, είναι μια διαρκής διαδικασία πτώσης των τειχών και συμφιλίωσης των λαών. Όσο όμως αυτή η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ καθυστερεί, τόσο οι άνθρωποι θα μοιράζονται σε φανταστικά αντίπαλα στρατόπεδα, για να υποστούν όμως μια πραγματική αλληλοσφαγή. Και θα υπάρχει πάντοτε το άναμμα ενός τσιγάρου για να μπερδεύει τον κυνηγό με τον αγριόχοιρο, χωρίς να γνωρίζει κανείς με σιγουριά ποιόν από τους δύο ρόλους υποδύεται.
*Emilio Lussu, Les Hommes contre, εκδόσεις Austral, 1995
