Άρθρα
Η γενετική αιτιοκρατία και η εξέλιξη της έννοιας της ύβρεως
Ο 20ος αιώνας έφερε δύο βαρβαρότητες: Η μία έρχεται από τα βάθη του καιρού και φέρνει πολέμους, εξορίες, φανατισμούς και η άλλη ψυχρή και ανώνυμη προέρχεται από την άνευ όρων πίστη στην τεχνική, την επιστήμη και την οικονομική ανάπτυξη. Είναι ο αυτονομισμένος ορθολογισμός και επιστημονισμός που αγνοεί τα άτομα, τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους.
Αυτή η δεύτερη βαρβαρότητα έχει ως συστατικό τον φετιχισμό της τεχνικής και τεχνολογίας, δηλαδή τον εγκλεισμό του ανθρώπου σε μια τεχνολογική αυτάρκεια και πίστη, όπου κάθε ερώτημα της ζωής που δεν απαντιέται μέσω της τεχνικής και της τεχνολογίας, είναι περιττό και ανόητο. Παράλληλα με τον φετιχισμό της τεχνοεπιστήμης, συμπορεύεται και ο φετιχισμός της προόδου και της ατέρμονης ανάπτυξης.
Κάθε μέρα όμως γίνεται κατανοητό ότι η πρόοδος με όρους τεχνολογικής προόδου δεν έχει καμιά σχέση με την πρόοδο με όρους ελευθερίας. Γιατί παρόλη τη δυναμική του συστήματος της αγοράς και την οικονομική ανάπτυξη, η πρωτοφανής οικονομική ανισότητα τόσο μεταξύ Βορρά και Νότου (όσο και στο εσωτερικό τους), καθώς και η καταστροφή του περιβάλλοντος ακυρώνει το ίδιο το νόημα της ανάπτυξης ως διαδικασία προϋποθέσεων για μια ποιοτικά καλύτερη ζωή.
1. Το φαντασιακό της τεχνοεπιστήμης
Στις μέρες μας ζούμε το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και ορθολογικής κυριαρχίας και την αυταπάτη της παντοδυναμίας των ανθρώπων. Η κοινωνία εξακολουθεί να ζει με το ιδεολόγημα της απεριόριστης ανάπτυξης, της διαρκούς αύξησης της παραγωγής και της κατανάλωσης, της άνισης κατανομής ιδιοκτησίας, εξουσίας και κοινωνικού πλούτου. Επιμένει να προσδιορίζει την ανάπτυξη με ποσοτικούς και όχι με ποιοτικούς δείκτες. Δεν κατανοεί ότι οι συμβατικοί δείκτες που χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθεί η ανάπτυξη ενός τόπου ή ενός λαού, δεν συμπεριλαμβάνουν και ποιοτικές συνιστώσες, όπως λ.χ η επίδραση της ανάπτυξης στην ποιότητα της ζωής, την πολιτιστική συνοχή, το αίσθημα της κοινότητας, κ.α. Δεν αντιλαμβάνεται ότι χρειαζόμαστε μια πιο πλούσια και πιο πολύπλοκη έννοια της ανάπτυξης, που να μην είναι μόνο υλική, αλλά διανοητική, συναισθηματική ηθική. Ο ρόλος της επιστήμης σ’ αυτόν τον τύπο της ανάπτυξης και ο στόχος της έρευνας, δεν μπορεί να είναι ένα ακόμη εμπορεύσιμο ανταγωνιστικό προϊόν, αλλά η αναζήτηση της Αλήθειας, της Ομορφιάς και της Αλληλεγγύης. Έτσι που στο τέλος ο μοναδικός κριτής της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής θεωρίας, όπως και κάθε άλλης γνώσης είναι ο Όλος Άνθρωπος στα πλαίσια του Όλου Πολιτισμού.
2. Ο μύθος της ουδετερότητας της επιστήμης και ο μύθος για την «μοναδική» κατεύθυνσή της
Είναι ατυχές γεγονός ότι άνθρωποι με ευρύτητα πνεύματος και χωρίς εκείνες τις δεσμεύσεις που θα αλλοίωναν την αυτόνομη σκέψη τους, εξακολουθούν να υποστηρίζουν τόσο την ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ της επιστήμης και της τεχνολογίας, όσο και το ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ της έλευσης των επιστημονικών εφαρμογών. Στην καλύτερη περίπτωση αποδέχονται την ουδετερότητα της γνώσης και αναγνωρίζουν πολλά είδη επιλογών στις επιστημονικές εφαρμογές.
Από την αυγή όμως της εμφάνισης των ανθρώπινων κοινωνιών, η κατεύθυνση που έπαιρνε η αναζήτηση της γνώσης και το είδος των προβλημάτων που έλυνε η τεχνολογία, καθορίζονταν αναπόφευκτα από τις αξίες και τις προτεραιότητες της κοινωνικής οργάνωσης, από τον τύπο της κοινωνίας που προσβλέπανε οι άνθρωποι, από τις σχέσεις που ήθελαν να εγκαθιδρύσουνε μεταξύ τους αλλά και με τη φύση. Π.χ το ζήτημα της αναισθησίας κατά τις επεμβάσεις απασχολούσε την ανθρωπότητα από πολύ παλιά. Ο δρόμος όμως που διάλεξαν οι διάφοροι πολιτισμοί για να λύσουν αυτό το θέμα, ήταν τελείως διαφορετικός ανάμεσα στους λαούς της Ανατολής και της Δύσης. Ενώ δηλαδή στη Δύση η λύση ήταν προϊόν της ανάπτυξης της χημείας που οδήγησε στο χλωροφόρμιο, στην Ανατολή, στράφηκαν προς τον βελονισμό.
Για να έρθούμε στις μέρες μας, η πεποίθηση ότι η γενετική μηχανική -δηλαδή ο μετασχηματισμός της εσώτατης δομής των εμβίων όντων μέσω της αλλαγής του DNA- είναι η μόνη και κυρίως η αναπόφευκτη πορεία που ακολουθεί η επιστήμη των φαινομένων της ζωής, συνιστά μια πελώρια πλάνη, στο βαθμό που αποδέχεται ότι η γενετική, όπως και κάθε επιστήμη, επιτελείται και λειτουργεί, ερήμην των ανθρώπων και των κοινωνιών, ερήμην των αξιακών τους αναφορών.
Η γνώση της φύσης δεν συνιστά μια πορεία μέσα σε έναν αυστηρά χαραγμένο δρόμο, ούτε υπάρχει μόνο μία γέφυρα για να οδηγηθούμε στην κατανόηση του γύρω μας κόσμου. Δεν υπάρχει ο δρόμος της απόλυτης αλήθειας που η ανθρωπότητα αναπόφευκτα θα περάσει από αυτόν. Αντιθέτως περισσότερο αυτή η πορεία μοιάζει με την αναζήτηση σε ένα ευρύ πεδίο με πολλές διακλαδώσεις, όπου οι άνθρωποι αποφασίζουν (ή τους επιβάλλεται εκ των έσω) τον δρόμο εκείνο που αντιστοιχεί καλύτερα στην επίλυση των αναγκών που έχουνε θέσει καθώς και στον τύπο της κοινωνίας που θέλουνε να φτάσουνε. Και τα πεδία σε μια τέτοια αναζήτηση είναι τόσα όσα οι τύποι της κοινωνίας που ευαγγελίζονται οι άνθρωποι. Τούτο δεν σημαίνει βέβαια ότι αυτοί οι διάφοροι τύποι γνώσης αλληλογροθοκοπούνται μεταξύ τους. Απλά επιλέγεται εκείνη η γνώση που η απόκτησή της φέρνει πιο κοντά τη λύση των προβλημάτων που έχουν τεθεί από την κοινωνία. Είναι σίγουρο ότι με μια άλλη κοινωνική οργάνωση, προτεραιότητες και τύπο κοινωνίας, η κατεύθυνση, αλλά και το περιεχόμενο της γνώσης θα ήταν ίσως εντελώς διαφορετικό.
Είναι προφανές ότι η επιστήμη και η τεχνική είναι προβολές μιας συγκεκριμένης εκδοχής κοινωνικής εξέλιξης, που στις μέρες μας υπαγορεύεται από την διαρκή αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης, την κοινωνία της αγοράς και την αυτονόμηση του ανθρώπου έναντι της μη ανθρώπινης φύσης.
3. Το παράδειγμα της Γενετικής
Τα τελευταία χρόνια με τις νέες τεχνικές χειρισμού του DNA, μπορέσαμε να αναδιατάξουμε το γενετικό υλικό ανάμεσα σε διαφορετικά είδη, να «επαναπρογραμματίσουμε» τη ζωή και να αναδημιουργήσουμε τη βιόσφαιρα. Παράλληλα καταφέραμε να χαρτογραφήσουμε το DNA και είμαστε σε απόσταση αναπνοής από την αναγνώριση και καταγραφή της γενετικής ταυτότητας ενός εκάστου, δηλαδή την γνώση των γενετικών του δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σχετίζονται με την εμφάνιση νοσημάτων με γενετικό υπόβαθρο.
Ακολούθως, στενά συνδεδεμένοι με τον ορθολογισμό, τον τεχνοκρατισμό και τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε όχι απλά την εντόπιση των γενετικών προδιαθέσεων των ατόμων για τις διάφορες ασθένειες, αλλά και την διόρθωση αυτών, μέσω της γονιδιακής θεραπείας (gene therapy).
Η πορεία αυτή συνεχίστηκε μέσα από την λεγόμενη προεμφυτευτική διάγνωση, δηλαδή τη δυνατότητα γνώσης της γενετικής σύστασης του εμβρύου πριν από την εμφύτευσή του στη μήτρα. Το επόμενο βήμα, πολύ σύντομα, θα είναι η «διόρθωση» αυτής της γενετικής σύστασης του προεμβρύου ή εμβρύου, μέσω της γονιδιακής θεραπείας – αντικα¬τάστασης, προς ένα (πιο άραγε;) «τέλειο πρότυπο». Μόνο που όταν στο εγγύς μέλλον θα είμαστε σε θέση να «διορθώνουμε» τις ασθένειες, πόσοι θα μπορέσουν να αντισταθούν στον πειρασμό να διορθώσουν, τις πρώτες μέρες της ζωής του μέλλοντος βλαστού τους, τα γονίδια που σχετίζονται και με τον ψυχισμό, τις διαθέσεις ή και την συμπεριφορά του; (παρόλο που αυτά τα τελευταία δεν έχουν αμιγώς γενετική προέλευση καθώς προκύπτουν από την αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος).
Και τότε θα έχουμε την ανάδυση μιας κοινωνίας που θα προκαθορίζει και θα (προ)σχεδιάζει τον ίδιο της τον εαυτό και το μέλλον της. Μια κοινωνία χωρίς εκπλήξεις και χωρίς «λάθη». Να σκεφθούμε προς στιγμή ότι εάν η κοινωνία διέθετε πριν εκατό χρόνια τις τεχνικές αυτές, και απέκλειε τα «αποκλίνοντα» όντα, τότε δεν θα είχε γεννηθεί ούτε ο Βαν Γκογκ που έπασχε από κατάθλιψη, ούτε ο Αϊνστάιν που έπασχε από δυσλεξία, ούτε ο Τολούζ Λωτρέκ που έπασχε από ατελή οστεογένεση, ούτε ο Στήβεν Χόκινγκ που πάσχει από μυατροφική παράλυση.
Το παράδειγμα της Γενετικής είναι χαρακτηριστικό και επαληθεύει την άποψη ότι το περιεχόμενο της επιστήμης καθώς και οι εφαρμογές της δεν είναι ουδέτερες αλλά καθορίζονται από τις προτεραιότητες που κάθε φορά θέτει η κοινωνία. Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τη γενετική, είναι ότι η κατεύθυνση που ακολουθεί, στρέφεται περισσότερο στη "διόρθωση" της φύσης και λιγότερο στην κατανόησή της. Αντιμετωπίζει τους οργανισμούς - φυτά, ζώα, άνθρωπο - σαν μηχανές ελαττωματικές, με λάθη στον κώδικα και φαντασιώνεται τις τέλειες υπάρξεις χωρίς μειονεκτήματα και «αποκλίσεις». Υιοθετεί στην πράξη τη ρήση του Καρτέσιου «να γίνουμε κυρίαρχοι και κάτοχοι της φύσης» και γι' αυτό προβαίνει στο μετασχηματισμό της φύσης και τη «διόρθωσή» της.
3.1 Γενετική αιτιοκρατία
Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ορισμένες εφαρμογές και να δείξουμε τις ορισμένες όψεις της Γενετικής.
Α) Με την ανάλυση του ανθρώπινου γονιδιώματος αλλά και τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν, θα είμαστε σε θέση σε λίγο καιρό να γνωρίζουμε την βιολογική ταυτότητα ενός εκάστου. Είμαστε πάρα πολύ κοντά στο να μπορούμε με λίγες σταγόνες αίματος ή ιστού που περιέχει γενετικό υλικό, να γνωρίζουμε τις προδιαθέσεις στις διάφορες ασθένειες και τα γενετικά χαρακτηριστικά κάθε ατόμου. Αυτό βέβαια ακούγεται πάρα πολύ ωραία, αλλά η άλλη όψη είναι ότι αυτή η εξέλιξη μπορεί να δημιουργήσει μια διάκριση των ανθρώπων ανάμεσα σε εκείνους που έχουν «καλό» γενετικό υλικό και σε εκείνους που έχουν «κακό» γενετικό υλικό. Και αυτή η διάκριση να προστεθεί στις άλλες διακρίσεις των ανθρώπων που έχουν σχέση με τη φυλή, τη γλώσσα και τον πολιτισμό.
Β) Τα γονίδια μέσω της γονιδιακής θεραπείας μπορούμε να τα αλλάζουμε. Είμαστε βέβαια στην αρχή, αλλά προχωράμε σε ορισμένες ασθένειες, οι οποίες έχουν γενετικό υπόβαθρο και θεραπεύουμε όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά αλλάζουμε την φύση της ασθένειας στο γενετικό επίπεδο. Αυτό από πρώτη άποψη φαίνεται καλό. Να σκεφτούμε όμως ότι όταν θα έχουμε τη δυνατότητα να αλλάζουμε τα παθολογικά γονίδια, ίσως σε ένα απώτερο μέλλον, θα γνωρίζουμε και ποια γονίδια σχετίζονται με την συμπεριφορά, τον ψυχισμό, τις διαθέσεις, ή την προσωπικότητα. Και τότε ίσως θα θελήσουμε να αλλάξουμε και αυτά τα γονίδια. Βέβαια, η προσωπικότητα, ο ψυχισμός και η συμπεριφορά δεν εξαρτώνται μόνο από τη δράση μεμονωμένων γονιδίων. Είναι πολυγονιδιακές καταστάσεις, δηλαδή συνεργάζονται πάρα πολλά γονίδια. Επιπλέον τα γονίδια αυτά αλληλεπιδρούν με πολλούς παράγοντες του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Είναι σίγουρο όμως, ότι όταν θα έχουμε τη δυνατότητα να αλλάζουμε τη φύση αυτών των γονιδίων, δεν ξέρω πόσο η ανθρωπότητα θα αντισταθεί στο να προχωρήσει και σ’αυτή τη «διόρθωση».
Γ) Τελευταία παρακολουθούμε διάφορες συζητήσεις στο κατά πόσο μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί το DNA για τη διαλεύκανση διαφόρων εγκληματικών πράξεων. Να δούμε όμως και μια άλλη πλευρά που είναι αυτή της έλευσης μιας εποχής (που ήδη διανύουμε) όπου οι γενετικές πληροφορίες ενός εκάστου θα είναι στα χέρια των κρατικών υπηρεσιών, των επιχειρηματικών κύκλων, των ασφαλιστικών εταιρειών.
Μιλάμε λοιπόν για μια να κοινωνία που βρίσκεται μπροστά στην παντοδυναμία και το ρατσισμό των γονιδίων. Είναι μια εξέλιξη την οποία βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας. Συνεχώς ανακαλύπτονται γονίδια που έχουν σχέση με τη νοημοσύνη, την προσωπικότητα, τις ιδιαιτερότητες, την επιθετικότητα τις γνωσιακές λειτουργίες, κ.α. Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί γενετική αιτιοκρατία. Αρχίζει δηλαδή και δημιουργείται η αντίληψη, ότι είμαστε τα γονίδιά μας και στο βαθμό που διασαφηνίζεται η φύση αυτών των γονιδίων, θα λύσουμε όλα μας τα προβλήματα. Έτσι απαλλάσσεται η κοινωνία από τις ευθύνες για τις κοινωνικές ανισότητες, προσφέροντας στήριξη σε εκείνους που έχουν κάθε συμφέρον να διατηρηθούν αυτές οι ανισότητες. Το ενδιαφέρον είναι, ότι αυτή την αντίληψη - της γενετικής αιτιοκρατίας- δεν την προωθούν κάποιοι τυχαίοι επιστήμονες, αλλά και εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Τζέϊμς Γουάτσον ο γνωστός ερευνητής ο οποίος κέρδισε το βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψη της δίκλωνης αλυσίδας του DΝΑ. Ο Γουάτσον λοιπόν, ο οποίος ήταν ο πρώτος διευθυντής χαρτογράφησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, δήλωσε ότι "συνηθίσαμε να σκεπτόμαστε ότι η μοίρα μας βρισκόταν στα αστέρια μας. Τώρα ξέρουμε σε μεγάλο βαθμό ότι η μοίρα μας βρίσκεται στα γονίδια μας". Όταν λοιπόν ακούγεται από επίσημα χείλη ότι η μοίρα μας είναι εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ήδη διανύουμε την κυριαρχία της γενετικής αιτιοκρατίας με τον ρόλο της κοινωνίας στη διαμόρφωση των ανθρώπων να μειώνεται ή να μηδενίζεται.
3.2 Προγεννητική προεμφυτευτική διάγνωση
Εδώ και αρκετά χρόνια εφαρμόζουμε την προγεννητική διάγνωση. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει και μια άλλη εξέλιξη που είναι η προεμφυτευτική διάγνωση. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, όταν έχουμε την ένωση ενός ωαρίου με το σπερματοζωάριο έξω από το σώμα της γυναίκας, πριν εμφυτεύσουμε το προέμβρυο στη μήτρα, στο στάδιο των 8 ή 16 κυττάρων, αφαιρούμε ένα-δυο κύτταρα και εξετάζουμε την γενετική τους σύσταση. Εάν δεν υπάρχει πρόβλημα, το υπόλοιπο προέμβρυο εμφυτεύεται στη μήτρα της γυναίκας. Εάν όχι, παίρνουμε κάποιο άλλο γονιμοποιημένο ωάριο και επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία.
Αυτό βέβαια βοηθάει στην έγκαιρη διάγνωση. Θα πρέπει να συμφωνήσουμε ωστόσο ότι τόσο με την προγεννητική όσο και με την προεμφυτευτική διάγνωση έχουμε εγκατασταθεί στη λογική της απόρριψης ή της αποδοχής. Η με άλλα λόγια εφαρμόζουμε δι α λ ο γ ή. Όπως επίσης να παραδεχτούμε ότι υπεισέρχεται και η έννοια της απόφασης για το ποια ζωή είναι ανεπιθύμητη. Όλα αυτά έχουν σχέση με αυτό που ονομάζεται αρνητική ευγονική. Δηλαδή η προσπάθεια να βελτιώσουμε το είδος μέσω αποφυγής κάποιων αρνητικών χαρακτηριστικών.
Εκείνο όμως που είναι σημαντικό είναι ότι με το συνδυασμό της προεμφυτευτικής διάγνωσης και της γονιδιακής θεραπείας μπορούμε να οδηγηθούμε σε έναν τύπο θετικής ευγονικής. Κι αυτό γιατί όταν σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίζουμε τη γενετική σύσταση του ατόμου πριν το εμφυτεύσουμε στη μήτρα και ακόμη όταν αύριο θα έχουμε τη δυνατότητα να αντικαθιστούμε τα παθολογικά ή ανεπιθύμητα γονίδιά του με άλλα, μέσω της γονιδιακής θεραπείας, τότε θα έχουμε κατορθώσει να σχεδιάζουμε (δηλαδή να κατασκευάζουμε) τη γενετική σύσταση του νέου ανθρώπου.
Στο σημείο αυτό θα άξιζε να αναφερθεί ότι το τι είναι παθολογικό και τι φυσιολογικό, είναι μια υπόθεση περισσότερο δύσκολη από ότι θα μπρούσε κανείς να φαντασθεί. Γιατί ανάμεσα στις λέξεις, η χειρότερη είναι το επίθετο φυσιολογικός. Γιατί δηλαδή να δεχόμαστε ως μη φυσιολογικό ένα άτομο που παρουσιάζει μια γενετική απόκλιση από το θεωρούμενο «κανονικό», και όχι ένα υγιές, ισορροπημένο και κοινωνικό άτομο;
Η επιστήμη μπορεί και αλλάζει σήμερα το γενετικό κώδικα των οργανισμών, έχει αυτή τη δυνατότητα. Αυτό το κάνει όπως ξέρουμε στα γενετικώς τροποποιημένα φυτά και ζώα και το κάνει βεβαίως και μέσω της γονιδιακής θεραπείας στον άνθρωπο.
Εδώ θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Είναι κακό να αλλάζουμε τα γονίδια ενός ανθρώπου ο οποίος έχει μια γενετική πάθηση έτσι ώστε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή; Είναι κακό να αλλάζουμε τα παθολογικά γονίδια; Το ερώτημα όμως είναι εάν αυτά που χαρακτηρίζουμε εμείς ως παθολογικά γονίδια, είναι όντως παθολογικά. Για να το θέσουμε λίγο διαφορετικά. Η δρεπανοκυτταρική αναιμία είναι μια πάθηση όπου υπάρχει βλάβη σε ένα γονίδιο και ο άνθρωπος που πάσχει από αυτή την ασθένεια έχει ορισμένα σοβαρά προβλήματα. Άρα είναι αποδεκτό να το θεωρήσουμε παθολογικό γονίδιο. Αφού όμως είναι παθολογικό μήπως θα ήταν χρήσιμο και αναγκαίο να το αλλάξουμε, ή να το καταργήσουμε; Η απάντηση θα ήταν από πρώτη άποψη αβίαστα καταφατική. Εδώ να αναφέρουμε ένα πραγματικό γεγονός, όχι πολύ γνωστό στους μη ειδικούς. Στην Αφρική η οποία μαστίζεται από ελονοσία, παρατηρήθηκε ότι μία πολύ μεγάλη περιοχή ήταν απρόσβλητη από τη νόσο αυτή. Όλοι οι άνθρωποι αρρώσταιναν από ελονοσία σε όλη την Αφρική, εκτός από αυτή την συγκεκριμένη περιοχή. Και πήγαν ερευνητές να διερευνήσουν γιατί αυτοί οι άνθρωποι ενώ ζούσαν δίπλα σε έλη δεν προσβάλλονταν από ελονοσία. Εκεί ήλθε στο φως το εξής συγκλονιστικό εύρημα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν φορείς του γονιδίου της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Οι κάτοικοι της περιοχής που ήταν φορείς αυτού του παθολογικού γονιδίου της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα επιβίωσης. Το πλασμώδιο της ελονοσίας δεν μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια αυτών των ατόμων. Επομένως εάν εμείς είχαμε εξαλείψει αυτό το γονίδιο και κατά συνέπεια και τα αντίστοιχα κύτταρα, αυτός ο πληθυσμός θα είχε αφανισθεί. Με βάση αυτό το δεδομένο πως θα χαρακτηρίζαμε το γονίδιο της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας, ως παθολογικό ή ως φυσιολογικό και με ποια κριτήρια;
Αυτά αναφέρονται για να υπογραμμιστεί το πόσο προσεκτικοί πρέπει να είμαστε όταν χαρακτηρίζουμε κάτι παθολογικό ή φυσιολογικό ακόμη και για τις ασθένειες, για να μην αναφερθούμε στο το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό, όταν μιλάμε για χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς, της προσωπικότητας ή του ψυχισμού…
4. Η έννοια της ύβρεως και του αυτοπεριορισμού
Ο άνθρωπος μέσα από την αυτοπραγμάτωσή του είναι ικανός για την κορύφωση αλλά και την αυτοκαταστροφή του. Τίποτε δεν είναι πιο τρομερό, θαυμάσιο, από το ίδιο τον άνθρωπο (πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει) μας λέγει ο χορός στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Η Αρχαία τραγωδία υπενθυμίζει συνεχώς ότι υπάρχουν όρια άγνωστα εκ των προτέρων στο υποκείμενο που δρα και το οποίο αναλαμβάνει τους κινδύνους των πράξεών του. Κανείς όμως δεν θα υποδείξει στους ανθρώπους αυτά τα όρια. Οι ίδιοι θα τα μελετήσουν και θα τα προσδιορίσουν. Αυτή η άγνοια και η αδυναμία ολοκληρωτικού προσδιορισμού των κινδύνων, σύμφυτη με την ουσία του ανθρώπου, είναι ταυτόχρονα και η τραγική του μοίρα. Τελικά η υπέρβαση των ορίων συνιστά την ύβριν.
Η έννοια όμως της ύβρεως στην Αρχαία Τραγωδία δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο με την ύβριν της Μινωικής εποχής όπου τα όρια καταδεικνύονται με απολύτως σαφή τρόπο. Ας θυμηθούμε τις συστάσεις του Δαίδαλου στον γιο του Ίκαρο να μην ανέβει ούτε πολύ ψηλά, γιατί ο Ήλιος θα λιώσει τα κερένια φτερά, ούτε πολύ χαμηλά γιατί θα βραχούν από το νερό της θάλασσας. Τελικώς ο Ίκαρος παραβλέπει την υπόδειξη, υπερβαίνει τα όρια και καταστρέφεται.
Ακόμη τα όρια στην Αρχαία Τραγωδία διαφέρουν και εκείνης της ομηρικής Οδύσσειας, όπου εκεί προσδιορίζονται έξωθεν, δηλαδή από τους θεούς (ιερές αγελάδες στο νησί του Ήλιου). Εκεί τα όρια δηλώνονται δια του μάντη Τειρεσία επειδή δεν είναι άμεσα ορατά. Στην περίπτωση αυτή ο μάντης διαμεσολαβεί ανάμεσα στους Θεούς και τους ανθρώπους και τους φανερώνει εκείνο που δεν είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού, ούτε προκύπτει από τις εμπειρίες τους. Εκεί, οι σύντροφοι του Οδυσσέα διαπράττουν την ύβριν με το να σφάξουν τα ιερά ζώα και αφανίζονται από τη νέμεση των θεών.
Στην Αρχαία Τραγωδία η ύβρις προϋποθέτει αφ’ ενός μεν την ελευθερία σκέψεων και πράξεων, αφ’ ετέρου την απουσία προ-καθορισμένης νόρμας, πολύ δε περισσότερο την απουσία εσχάτων νόμων για τις ανθρώπινες πράξεις. Με την έννοια αυτή η ύβρις δεν σχετίζεται με τη νομική έννοια του αδικήματος, ούτε με τη θρησκευτική έννοια της αμαρτίας, όπου και στις δύο περιπτώσεις είναι η παραβίαση κανόνων ή εντολών εξω-κοινωνικών. Εδώ η μετάθεση της ευθύνης είναι απευθείας στο ίδιο το άτομο, γιατί εδώ η ύβρις δεν έχει σχέση με την παραβίαση σαφώς ορισμένων εντολών και ορίων.
Στον "Οιδίποδα Τύραννο" του Σοφοκλή βλέπουμε την άγνοια του ανθρώπου στην κατανόηση όλων των παραμέτρων που συνθέτουν την αρμονία του κόσμου. Ο Οιδίπους χωρίς να το ξέρει και κυρίως χωρίς να το θέλει σκότωσε τον πατέρα του Λάιο και παντρεύτηκε την μητέρα του Ιοκάστη και έκανε μαζί της τέσσερα παιδιά. Στην τραγωδία αυτή φαίνεται καθαρά ότι ο άνθρωπος κάνοντας μια πράξη, αποσπάει από τον εαυτό του ένα καινούργιο ον-την πράξη του- η οποία παύοντας να ανήκει πλέον στον δημιουργό του, εξακολουθεί να δρα μέσα στον κόσμο με τρόπο που δεν θα μπορούσε να προβλέψει αυτός που την έκανε. Έτσι προκύπτει μια ιδιαίτερη άποψη της ευθύνης, όπως γράφει ο Αντρέ Μπονάρ "Ότι ο άνθρωπος δηλαδή δεν είναι υπεύθυνος μόνο για ό,τι είχε πρόθεση να κάνει, αλλά για ό,τι συντελέστηκε με αφετηρία τις πράξεις του, μη έχοντας στη διάθεσή του κανένα μέσο υπολογισμού, και ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα να εμποδίσει αυτό το αποτέλεσμα" 1 .
Ο Σοφοκλής λοιπόν μας προειδοποιεί: Ο άνθρωπος αγνοεί το σύνολο των δυνάμεων που η ισορροπία τους αποτελεί την ύπαρξη του κόσμου.
Εδώ να σημειώσουμε ότι ο Οιδίποδας ζώντας μέσα στο φανταστικό του κόσμο δεν καταφέρνει να καταλάβει τίποτε από τα λόγια του μάντη Τειρεσία. Κι αυτό είναι μια ξεχωριστή ειρωνεία της ανθρώπινης αυταπάτης. Ο άνθρωπος νομίζει ότι ξέρει την αλήθεια, αλλά είναι τόσο μακριά απ’ αυτήν, ώστε δε μπορεί να τη δει όταν έρχεται.
Στην πορεία του μύθου όταν ο Οιδίπους βρίσκεται μπροστά στην αποκάλυψη της πραγματικότητας σχετικά με την πατροκτονία που διέπραξε και την αιμομικτική σχέση με τη μητέρα του, δεν επικαλέσθηκε ελαφρυντικά για την άγνοιά του, αλλά παραδέχτηκε την ύπαρξη μιας πραγματικότητας την οποία αυτός διατάραξε, έστω και άθελά του. Η παραδοχή της ενοχής του γίνεται εμπράκτως και αυτοβούλως με την δική του τύφλωση, δηλαδή την πτώση του. Εδώ δεν έχουμε έξωθεν τιμωρία, τη νέμεση των θεών στη δική του ύβριν, αλλά ο ίδιος προχωρεί στην αυτοτιμωρία του. Τελικά ο Οιδίπους με την πράξη της τύφλωσής του οδηγείται σε μια άλλου είδους γνώση, αυτή της ολότητας του κόσμου, και έτσι συμφιλιώνεται με τους θεούς. Και όπως γράφει ο Γ Χειμωνάς "Ο Οιδίποδας με την τύφλωσή του παλινδρομεί τη λησμονημένη κοινή ετυμολογία του οράω: βλέπω και του οίδα: γνωρίζω από το παλαιό ρήμα είδω, που κάποτε σήμαινε και τα δύο μαζί. Ο Οιδίπους καταργώντας την όρασή του, καταργεί στην ουσία (και τιμωρεί) τον νου του, που αποδείχτηκε ανάξιος του Φωτός. Η κάθαρση εδώ είναι ένα γνωστικό, όχι συγκινησιακό γεγονός: Ο Οιδίποδας είναι ένας αυτόχειρας της γνώσης Στον "Οιδίποδα Τύραννο" συναινούμε στο θεμελιώδες αξίωμα του Σοφοκλή ότι το ον είναι, μόνον εάν γνωρίζει τι είναι» 2
Σε συνέχεια όλων, η έννοια της ύβρεως στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή φθάνει σε πολύ υψηλό επίπεδο. Εκεί η Αντιγόνη υπακούει στους θεϊκούς νόμους εκφράζοντας την «ηθική του κοινού αίματος» (άγραφος νόμος, θεϊκός νόμος), ενώ ο Κρέων υπακούει στους νόμους της πόλης και υπερασπίζεται το Άστυ, τη νομική υπόσταση του κράτους (τον ανθρώπινο νόμο). Και οι δυο όμως υπερβαίνουν τα όρια και διαπράττουν την ύβριν. Εδώ και η Αντιγόνη και ο Κρέων δεν φτάνουν στο επίπεδο του Υψιπόλιδος. Και τούτο γιατί ο άνθρωπος γίνεται Υψίπολις, (δηλαδή γίνεται υψηλός μέσα στην πόλη του), όταν λειτουργεί ως μέλος μιας ανθρώπινης κοινότητας. Αλλιώς, γίνεται Άπολις, δηλαδή βγαίνει από την πολιτική κοινωνία των ανθρώπων. Τελικώς η Αντιγόνη και ο Κρέων είναι ΕΝΑ πρόσωπο, ο Ιστορικός Τραγικός Άνθρωπος. Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή ο άνθρωπος μπορεί να κορυφώνεται όσο και να αυτοκαταστρέφεται με την ύβριν, μπορεί όμως να φθάσει και σε πολύ υψηλό επίπεδο εάν ασκήσει την φρόνηση. Όχι όμως το μόνος φρονείν αλλά το ίσον φρονείν.
Στην εποχή του μετασχηματισμού του DNA όλων των οργανισμών, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, δεν υπάρχει κανένα μέσο για να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι μιας συλλογικής ύβρεως. Καμία επιτροπή ειδημόνων και κανείς ανθρώπινος ή θεϊκός νόμος δεν μπορεί να αποτρέψει την ανθρωπότητα από το να επιλέξει τον δρόμο της αυτοακύρωσής της. Μόνον ο αυτοπεριορισμός των ανθρώπινων κοινοτήτων και το ίσον φρονείν των ανθρώπων, μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο την ελευθερία να εξακολουθεί να υπάρχει και να εξελίσσεται.
Η ουσία του ανθρώπου είναι η αυτοδημιουργία του και αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δημιουργεί την ουσία του, και η ουσία αυτή είναι δημιουργία και αυτοδημιουργία. Ο άνθρωπος καθώς αυτοπραγματώνεται, είναι ικανός για την ανύψωσή του, όσο και για την αυτοακύρωσή του. Κανείς δεν θα του υποδείξει τον ορθό δρόμο. Ο ίδιος θα θεσμίσει τον ορίζοντα που δεν πρέπει να διαβεί.
Τάσος Κουράκης
Αναπληρωτής καθηγητής ιατρικού τμήματος Α.Π.Θ
kourakis@med.auth.gr
www.kourakis.gr
[1] Αντρέ Μπονάρ: Ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός /2. Από την Αντιγόνη στον Σωκράτη, Εκδ. Ιστορική Βιβλιοθήκη Θεμέλιο, 1991, σ.116
[2] Γιώργος Χειμωνάς: Σημειώσεις για την τραγωδία, στο βιβλίο "Ποιόν φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ", Εκδ. Καστανιώτη, 1995, σ. 131-132
Επιστροφή στην ενότητα Άρθρα
